Articles by "ΑΡΘΡΑ"

Τη μόνιμη, απατηλή και αποπροσανατολιστική της αντίληψη περί «αποτυχίας των μνημονίων» επανέλαβε η ηγεσία της ΓΣΕΕ κατά την παρουσίαση της Ετήσιας Έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την Οικονομία και την Απασχόληση, το μεσημέρι της Πέμπτης 22 Μάρτη.
Ο ισχυρισμός του προέδρου της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου πως δήθεν «τα Μνημόνια απέτυχαν γιατί από την αρχή της κρίσης προσάρμοσαν την οικονομική πολιτική σε μη ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς και μακροοικονομικούς στόχους...» επιχειρεί να θολώσει το ίδιο το γεγονός ότι τα μνημόνια δεν ήταν τίποτα άλλο παρά από την απάντηση του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων στην εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης, η στρατηγική που επιχείρησε να μετακυλίσει τα φορτία της κρίσης στις πλάτες των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων και που χρησιμοποιήθηκε ως το σημείο έναρξης στο να εξαπολυθεί μια πρωτοφανή αντεργατική επίθεση, οι στόχοι της οποίας ωστόσο υπήρχαν από πριν στη λίστα του ΣΕΒ και άλλων, πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης.
Τα μνημόνια, αντίθετα με τα όσα διατείνεται η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, πέτυχαν πέρα για πέρα, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα ίδια τα ευρήματα της Έκθεσης, στους δείκτες των μισθών, της απασχόλησης, της φτώχειας, επιβεβαιώνοντας την ταξική τους στόχευση.
Εξάλλου, το επιχείρημα περί «μη ρεαλιστικών στόχων» προσεγγίζει τα μνημόνια όχι ως μια ταξική επιλογή και στρατηγική, αλλά ως ένα τεχνοκρατικό ζήτημα. Αυτή η αντιμετώπιση συσκοτίζει τον ταξικό χαρακτήρα τους και φανερώνει την αντίληψη της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ πως δήθεν υπήρχε και άλλος δρόμος αντιμετώπισης της κρίσης με κατανομή των βαρών «ισότιμα» μεταξύ εργαζομένων και κεφαλαίου. Αντίληψη βέβαια που στρέφει στον ισχυρισμό για κοινά συμφέροντα εργατών και καπιταλιστών και κοινών στόχων που πρέπει να έχουν ως «συν-εταίροι» στην παραγωγική διαδικασία.
Τα στοιχεία της Έκθεσης:
- Διαπιστώνεται και το 2017 η καθήλωση των μισθών στα χαμηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών, με τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα σε ποσοστό 37,4% να λαμβάνουν καθαρές αποδοχές κάτω των 700 ευρώ (από 13,1% το 2009).
Μειώθηκε στο 16,8% το 2017 από το 35,7% το 2009 το ποσοστό των μισθωτών με καθαρές αποδοχές από 900-1.300 ευρώ!
Στο 29,8% το 2017 από το 18,9% το 2009 αυξήθηκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα το ποσοστό των εργαζομένων με καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω από 1.000 ευρώ.
- Οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις που υπεγράφησαν το 2017 περιορίστηκαν μόλις στις 21 από 79 το 2009, ενώ οι επιχειρησιακές ήταν 244 και αποτελούν το 92% του συνόλου των συμβάσεων από το 74,18% το 2009. 
- Η Έκθεση, συνυπολογίζοντας και άλλους δείκτες, ορίζει το ποσοστό της ανεργίας στο 27,5%, αντί του 20,2% που δίνει η επίσημη στατιστική για το γ' τρίμηνο του 2017. Στις νέες προσλήψεις, η πλήρης απασχόληση είναι μόλις το 45% των συμβάσεων από 79% το 2009, ενώ με ευέλικτες μορφές απασχόλησης έφτασαν το 54,9% του συνόλου των προσλήψεων από 21% το 2009.

Φράσεις όπως «επιστροφή στην κανονικότητα», «υγιής επιχειρηματικότητα» και «δίκαιη ανάπτυξη» επανήλθαν ορμητικά στο λεξιλόγιο της κυβέρνησης τη βδομάδα που μας πέρασε, με την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην επιχείρηση «Παπαστράτος».
Στην πραγματικότητα, η ομιλία του Αλ. Τσίπρα στους εργαζόμενους και στα στελέχη της επιχείρησης αποτέλεσε μια «πρόβα τζενεράλε» για τα εγκαίνια της ΔΕΘ, το ερχόμενο Σάββατο 9 Σεπτέμβρη.
Εκεί, με ακροατήριο τους εκπροσώπους του κεφαλαίου, ο πρωθυπουργός αναμένεται να κάνει απολογισμό της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης τον τελευταίο χρόνο, για να στηρίξει το κυβερνητικό «αφήγημα» «βγαίνουμε από την κρίση, με την κοινωνία όρθια».
Ως προς το πρώτο σκέλος, η κυβέρνηση μιλάει για «αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία» από τους επιχειρηματικούς ομίλους και προβάλλει ως πειστήριο τις επενδύσεις που έγιναν το τελευταίο διάστημα (ανάμεσα σ' αυτές και της συγκεκριμένης καπνοβιομηχανίας).
Ως προς το δεύτερο, προσπαθεί να σηκώσει κουρνιαχτό με το νομοσχέδιο που κατέθεσε στις αρχές της βδομάδας στη Βουλή για τα Εργασιακά, για το οποίο ισχυρίζεται ότι βάζει τάχα φραγμούς στην εργοδοτική αυθαιρεσία, με αποσπασματικά μέτρα για την απλήρωτη, αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία.
Ο συνδυασμός των δύο, της βελτίωσης δηλαδή του «επιχειρηματικού κλίματος» μετά από 8 χρόνια καπιταλιστικής κρίσης και 3 αντιλαϊκά μνημόνια και τα «μερεμέτια» στην εργατική νομοθεσία, που δεν αλλάζουν σε τίποτα τις ξεχαρβαλωμένες εργασιακές σχέσεις, προβάλλεται από την κυβέρνηση ως απόδειξη ότι μπορεί τάχα να υπάρξει «δίκαιη ανάπτυξη», που να διασφαλίζει την καπιταλιστική κερδοφορία και ταυτόχρονα τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Καταλογίζει μάλιστα στη ΝΔ ότι αδιαφορεί για τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα, η οποία απαντά ότι η ίδια είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος της πολιτικής των επενδύσεων και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τις εμποδίζει.
Ο καβγάς τους γίνεται για το ποιος μπορεί καλύτερα να υπηρετήσει την καπιταλιστική ανάκαμψη, με μέτρα που απαντούν στις ανάγκες του κεφαλαίου, και όχι βέβαια να αποκαταστήσει μισθούς, συντάξεις και δικαιώματα, να ικανοποιήσει σύγχρονες λαϊκές ανάγκες. Γι' αυτό, μπροστά στη ΔΕΘ, στήνουν το γνώριμο κάλπικο δίπολο της αντιπαράθεσης, που αναπαράγει ως «μονόδρομο» την αστική διαχείριση στις διάφορες εκδοχές της και καλλιεργεί κλίμα ανοχής στην πολιτική και στους στόχους του κεφαλαίου.
Ο λαός πληρώνει το μάρμαρο
Στην ομιλία του πρωθυπουργού δεν ήταν τυχαία η αναφορά που έκανε στη σημασία της 2ης «αξιολόγησης» για την «ανάκτηση της εμπιστοσύνης» των επενδυτών και των «αγορών» στην ελληνική οικονομία.
Θυμίζουμε ότι πέρα από τα δημοσιονομικά και τα άλλα αντεργατικά - αντιλαϊκά μέτρα, η 2η «αξιολόγηση» περιελάμβανε επίσης την «προληπτική» νομοθέτηση φορολογικών και αντιασφαλιστικών μέτρων για μετά το 2019, ενώ συνοδεύτηκε και με διακηρύξεις για μελλοντική διευθέτηση του ελληνικού κρατικού χρέους, που επεκτείνει σε βάθος δεκαετιών τις δεσμεύσεις για «ματωμένα» πρωτογενή πλεονάσματα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσα συμφωνήθηκαν με τη 2η «αξιολόγηση» συνιστούν ένα 4ο μνημόνιο, στο οποίο προστίθεται η συμπληρωματική συμφωνία με το ΔΝΤ για τη συμμετοχή του στο «πρόγραμμα», με τα δικά της αντιλαϊκά «προαπαιτούμενα».
Πώς παρουσίασε όμως ο Αλ. Τσίπρας στην ομιλία του τη συμφωνία για την ολοκλήρωση της 2ης «αξιολόγησης»; Καταρχήν, ανακοίνωσε ότι «το α' εξάμηνο του 2017, μόνο, είχαμε πάνω από 1 δισεκατομμύριο άμεσες ξένες επενδύσεις. Και το δίμηνο Ιουνίου - Ιουλίου είχαμε τριπλασιασμό, αμέσως μετά, δηλαδή, από την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης».
Στη συνέχεια είπε: «Η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης και, κυρίως, η δέσμευση των εταίρων μας για έναν αλγόριθμο που κλειδώνει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους (...) διαμορφώνουν μια προοπτική που εμάς μας ενδιαφέρει που την έχουν χαιρετίσει η πλειοψηφία των επενδυτών έξω από την Ελλάδα και μέσα στην Ελλάδα. Κι αυτό αποκρυσταλλώθηκε, πρώτα και κύρια, με την επιτυχή έξοδο της χώρας, μετά από αρκετά χρόνια, στις αγορές.
(...) Διαμορφώνονται, λοιπόν, σιγά σιγά, οι προϋποθέσεις για την επιστροφή σε σταθερούς, θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Διαμορφώνονται οι προοπτικές ώστε να ξαναγίνει ένας ελκυστικός, επενδυτικός τόπος η Ελλάδα (...) για την οριστική έξοδο από αυτήν τη μακρόχρονη περιπέτεια που πέρασε ο τόπος τα επτά χρόνια της μνημονιακής επιτροπείας».
Επομένως, σύμφωνα με την κυβέρνηση, η 2η «αξιολόγηση», σε συνδυασμό με την υλοποίηση των συμφωνηθέντων από τα προηγούμενα μνημόνια, συνέβαλε στη διαμόρφωση καλύτερων όρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Τι συνέπειες είχε όμως για το λαό; Μείωση των νέων συντάξεων έως και 35%, διατήρηση των κατώτερων μισθών στα 586 και 511 ευρώ μεικτά, διεύρυνση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, ανελέητους φόρους και χαράτσια, πλειστηριασμούς και κατασχέσεις για χρέη στο Δημόσιο, ακόμα μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συστήματος Υγείας, πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, δημοσιονομικές περικοπές χωρίς τέλος, για να μπορεί το κράτος να αυξάνει τα προνόμια και να ενισχύει τα «αναπτυξιακά εργαλεία» για το κεφάλαιο.
Η παράθεση αυτών και μόνο, χωρίς να μπει κανείς στη συζήτηση για τα πρόσθετα αντιλαϊκά μέτρα που φέρνει μαζί της η 3η «αξιολόγηση», επαληθεύει ότι οι επενδύσεις, για τις οποίες αντιδικούν κυβέρνηση και ΝΔ, γίνονται κυριολεκτικά στα αποκαΐδια των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων. Και ότι η ανάκαμψη για την οποία διαγκωνίζονται, είναι ασύμβατη με τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, που συνθλίβονται στα γρανάζια της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Πρόκληση που πρέπει να απαντηθεί
Απ' αυτήν τη σκοπιά, μόνο αγανάκτηση πρέπει να αισθάνεται ο λαός όταν ακούει την κυβέρνηση να μιλάει για «δίκαιη ανάπτυξη», γιατί τέτοια στον καπιταλισμό δεν υπάρχει. Και είναι πραγματικά πρόκληση να λέει ο πρωθυπουργός στην ομιλία του ότι «δεν μπορούμε και δεν πρέπει να συμβιβαστούμε με μια προοπτική επισφαλούς εργασίας». Οτι «δεν μπορεί να συμβιβαστούμε με μια προοπτική μιζέριας, που θέλει τον εργαζόμενο διαρκώς σε επισφάλεια», ότι η κυβέρνηση θα δομήσει «ένα υγιές περιβάλλον εργασιακών σχέσεων και επιχειρηματικότητας στον τόπο». Δηλαδή, το «στοίχημα» για τους εργαζόμενους, αν θέλουν να γλιτώσουν από τη μιζέρια και την ανασφάλεια, είναι να ...«εξυγιανθεί» η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα! Παρουσιάζουν την ένταση της εκμετάλλευσης και το ξεζούμισμα των εργαζομένων περίπου ως «παρέκκλιση» και συνέπεια «παράνομων» πράξεων από εκείνους τους εργοδότες που νοθεύουν τον ανταγωνισμό και αναζητούν το κέρδος «κάτω από το τραπέζι».
Θέλουν να κρύψουν ότι οι αντεργατικοί νόμοι της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων είναι αυτοί που κατοχυρώνουν και προάγουν την πιο άγρια εκμετάλλευση. Και ότι οι νόμοι αυτοί δεν έχουν προσωρινό, αλλά μόνιμο χαρακτήρα. Οτι εμπλουτίζονται με καινούριες ρυθμίσεις και διατάξεις, όπως αυτές που πρόσθεσε η κυβέρνηση για τα δουλεμπορικά, την πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων και άλλα. Και ότι νομοσχέδια όπως αυτό που συζητιέται τώρα στη Βουλή δεν είναι παρά ο φερετζές της άγριας ταξικής πολιτικής τους, το «ξεκάρφωμα» για τα αντεργατικά μέτρα της 3ης «αξιολόγησης» που ξεκινάει σε λίγες μέρες.
Επομένως, στις 9 Σεπτέμβρη, στα εγκαίνια της ΔΕΘ, κανένας εργαζόμενος, αυτοαπασχολούμενος και μικρομεσαίος αγρότης δεν πρέπει να δεχτεί να αποτελέσει «ακροατήριο» της κυβέρνησης και των άλλων αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, δίπλα στους εκπροσώπους των εργοδοτικών φορέων, από τους οποίους ο πρωθυπουργός θα ζητήσει ανανέωση της εμπιστοσύνης, για να συνεχίσει η κυβέρνηση και να κλιμακώσει την αντιλαϊκή της πολιτική.
Ούτε βέβαια να γίνει ο λαός θεατής της προσπάθειας που κάνει η ΝΔ να πείσει το κεφάλαιο ότι είναι ικανότερη και πιο αποφασισμένη να διαχειριστεί τις υποθέσεις του, υπηρετώντας με συνέπεια το στόχο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Η θέση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων είναι στο συλλαλητήριο στο οποίο καλεί εκείνη τη μέρα το ΠΑΜΕ, στις 6.30 μ.μ., στην πλατεία Αριστοτέλους. Στην πάλη για αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές παροχές, κατάργηση των αντεργατικών νόμων και των μνημονίων, Συμβάσεις που να καλύπτουν τις απώλειες από τα χρόνια της κρίσης, ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα, Σωματεία και Επιτροπές Αγώνα που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, πρωτοστατούν για να αποτελέσει το συλλαλητήριο εφαλτήριο για παραπέρα άνοδο των ταξικών αγώνων.

Να γίνουν ουσιαστικά βήματα στην οργάνωση της εργατικής τάξης και στην ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος, που θα αναμετριέται με τα σχέδια των επιχειρηματικών ομίλων και την αντιλαϊκή πολιτική των κομμάτων τους, βάζοντας στο επίκεντρο της πάλης των εργαζομένων την ανάκτηση των απωλειών και την ικανοποίηση όλων των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.

Της Κάλι Καρά
Οι διαχειριστές, οι απολογητές του καπιταλισμού χρόνια ολόκληρα προσπαθούν να παρουσιάσουν την ανεργία σαν ένα προσωρινό φαινόμενο από το οποίο θα απαλλαγεί -κάποτε- το εκμεταλλευτικό σύστημα και θα επικρατήσουν συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Η ζωή τους διαψεύδει συνεχώς. Το σύστημα δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ανεργία γιατί είναι συστατικό στοιχείο της φύσης του, αποτέλεσμα των νόμων που διέπουν τη λειτουργία του.
Οι πάνω από 1 εκατομμύριο άνεργοι σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, από τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας στην ΕΕ, οι ένας στους δύο άνεργοι νέοι, ανάμεσα στους οποίους οι νέες γυναίκες κατέχουν σταθερά την πρωτιά, ακούγοντας τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης, ψάχνουν να βρουν τι θα σημάνει η «κανονικότητα» για αυτούς, μετά τη δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, με το τέλος των μνημονίων και με τα "ματωμένα" πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2060.
Προσπαθούν να καταλάβουν αυτή την «κανονικότητα» μαζί με όλους αυτούς που ζουν και σήμερα, τη ζούγκλα των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, των μισθών πείνας, των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων, το αίσχος των δουλεμπορικών και των υποκατώτατων μισθών, των διαφορετικών συμβάσεων για τους νέους, το τσεκούρι σε ασφαλιστικά δικαιώματα, συντάξεις και επιδόματα. Τη στιγμή, μάλιστα, που η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί όχι μόνο να μην ακουμπήσει «τρίχα» από το αντεργατικό οπλοστάσιο που χάρισαν στο κεφάλαιο όλα τα μνημόνια, αλλά έπεται και συνέχεια.
«Κανονικότητα» θα είναι και η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, που είναι το επιστέγασμα του εργασιακού μεσαίωνα και προπομπός νέων ανατροπών και σε άλλους κλάδους, η επέκταση των μνημονιακών ρυθμίσεων για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, η ουσιαστική νομοθέτηση του lock out, η απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, το ξήλωμα των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και το χτύπημα του δικαιώματος της απεργίας, μέσω της διευκόλυνσης για να βγαίνει παράνομη.
Όπως βέβαια «κανονικότητα» θα είναι το τσάκισμα όλων των κοινωνικών παροχών σε Υγεία - Πρόνοια, Ασφάλιση, Παιδεία, η γενικευμένη φοροληστεία των λαϊκών στρωμάτων, για να πιάνονται τα ματωμένα πλεονάσματα και οι στόχοι των καπιταλιστών για τα επόμενα... 40 χρόνια.
«Κανονικότητα» θα είναι και η «κανονική» εμπλοκή της χώρας στους επικίνδυνους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ στην περιοχή.
Αυτή είναι η «κανονικότητα» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης σε κρίση και σε ανάπτυξη. Και οι εργαζόμενοι αυτή την «κανονικότητα» του κεφαλαίου πρέπει να αμφισβητήσουν, για να ανοίξουν το δρόμο με οργάνωση και αγώνα, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών τους.

Βιβλίο συγχαρητηρίων φαίνεται πως έχει ανοίξει η κυβέρνηση, για να προλαβαίνει τα εύσημα εκπροσώπων του κεφαλαίου, αλλά και των Ευρωπαίων και Αμερικανών συμμάχων της, για τις επιδόσεις της στην αντιλαϊκή πολιτική.
Μέσα στη βδομάδα, με δύο ηχηρές παρεμβάσεις, ο γερμανικός Τύπος και (για πολλοστή φορά) ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για το «μεταρρυθμιστικό» έργο της κυβέρνησης και για τη σπουδή με την οποία υπηρετεί το στόχο της καπιταλιστικής ανάκαμψης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ρημαγμένα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα.
Σε δημοσίευμά της η γερμανική εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine Zeitung», με αφορμή τους πλειστηριασμούς στην Ελλάδα, διαπιστώνει χωρίς περιστροφές ότι «ορισμένες μεταρρυθμίσεις μπορούν να επιβληθούν καλύτερα από αριστερές παρά από συντηρητικές κυβερνήσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα». Για το ίδιο θέμα, η DW σχολίαζε την ίδια μέρα ότι «κάτι που έμοιαζε αδύνατο είναι τελικά εφικτό»...
Την επόμενη ακριβώς μέρα, ήταν η σειρά του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα Τζέφρι Πάιατ να εκφράσει τη στήριξη των ΗΠΑ «στις αναπτυξιακές προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης», κατά τη συνάντησή του με τον υπουργό Επικρατείας. Σχολίασε μάλιστα ιδιαίτερα θετικά την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές και τη συμμετοχή Αμερικανών επενδυτών «στην ομολογιακή έκδοση», χωρίς να λυπηθεί αναφορές και στην «προσπάθεια που γίνεται στο ενεργειακό πεδίο» από την πλευρά της κυβέρνησης.
Ακόμα πιο πέρα: Ποιος δεν θυμάται τα πανηγύρια που έκανε ο ΣΕΒ όταν ανακοινώθηκε το κλείσιμο της «αξιολόγησης», με όλη την «ουρά» των μέτρων που προέβλεπε σε βάρος του λαού, με ορίζοντα εφαρμογής πολύ πιο πέρα από την τυπική ολοκλήρωση των μνημονίων; Εγραφαν τότε οι βιομήχανοι στο εβδομαδιαίο δελτίο τους ότι «η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης αποτελεί μια θετική εξέλιξη και αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση κινείται στη σωστή κατεύθυνση ως προς την ανάγκη να βάλει την οικονομία σε μια σταθερή τροχιά για τα επόμενα χρόνια».
Είχε προηγηθεί ο επίτροπος Οικονομικών της ΕΕ, Π. Μοσκοβισί, ο οποίος λίγο πριν κλείσει η «αξιολόγηση» δήλωνε περιχαρής: «Από το καλοκαίρι του 2015, διακόσια και πλέον μέτρα ελήφθησαν από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με στόχο τη μεταρρύθμιση της χώρας, κάτι σχεδόν απίθανο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, περιλαμβανομένης της Γαλλίας (...) Καμία άλλη χώρα δεν έχει προχωρήσει σε τέτοια προσαρμογή».
Θυμίζουμε επίσης ότι ο ΣΕΤΕ είχε παραθέσει δείπνο στον πρωθυπουργό, ως εκπλήρωση του στοιχήματος που έχασε, όταν προέβλεπε μια χειρότερη χρονιά από την προηγούμενη για την κερδοφορία των μεγαλοξενοδόχων, και ο Αλ. Τσίπρας διαβεβαίωνε δημόσια τον πρόεδρό του ότι η κυβέρνηση θα έκανε ό,τι περνάει από το χέρι της για να μη συμβεί αυτό. Και βέβαια, το έκανε.
Κι αν νομίζει κανείς ότι η κυβέρνηση στέκεται ντροπαλή και ...κοκκινίζει από τα τόσα καλά λόγια που της απευθύνουν οι εκπρόσωποι του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, κάνει λάθος. Το αντίθετο μάλιστα: Αξιοποιεί τα εύσημα αυτά ως απόδειξη της αποτελεσματικότητάς της στην αντιλαϊκή διαχείριση και ως «ψήφο εμπιστοσύνης» στη δική της διακυβέρνηση, αντί της ΝΔ. Δεν πέρασε πολύς καιρός απ' όταν έγραφε η «Αυγή» ότι η ΝΔ δεν θέλει να δει αυτό που βλέπουν οι μεγαλοεπιχειρηματίες και οι «εταίροι» της Ελλάδας στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, «πικάροντας» το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ της πήρε «την μπουκιά από το στόμα»!
Τα εύσημα στην κυβέρνηση είναι στην πραγματικότητα φαρμάκι για το λαό, τα δικαιώματα και τις ανάγκες του, που είναι ασύμβατα με τα συμφέροντα και την κερδοφορία του κεφαλαίου. Κι αν του ζητούν με θράσος να αναγνωρίσει και να στηρίξει τα ...κατορθώματά τους, ο λαός έχει άλλο δρόμο να βαδίσει: Αυτόν της σύγκρουσης με την πολιτική και την εξουσία του κεφαλαίου, μέχρι να την ανατρέψει.

Η είδηση στον χτεσινό «Ριζοσπάστη» έχει ως εξής: Ο Αρειος Πάγος με σχετική του απόφαση στρέφεται ευθέως ενάντια στο δικαίωμα των εργαζομένων που μένουν απλήρωτοι από την εργοδοσία να προχωρούν σε επίσχεση εργασίας. Ουσιαστικά ορίζει ως καταχρηστικές τις επισχέσεις εργασίας για απλήρωτους εργαζόμενους όταν η εργοδοσία επικαλείται «οικονομική δυσπραγία». Τότε η επίσχεση μπορεί να θεωρηθεί «σιωπηρή» παραίτηση! Η απόφαση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια άλλη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, που ουσιαστικά λέει ότι η μακροχρόνια καθυστέρηση στη μη απόδοση μισθών από την εργοδοσία δεν αποτελεί «βλαπτική μεταβολή».
Για την τεκμηρίωση των δύο αποφάσεων αξιοποιείται προηγούμενη σχετική νομολογία, δηλαδή πλήθος αποφάσεων που έχουν παρθεί στην ίδια κατεύθυνση, όλο το αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί από τις προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) υπέρ του κεφαλαίου μέχρι σήμερα, και που παγίωσε και εμβάθυνε η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.
Είναι επίσης πολύ αποκαλυπτικό ότι ως κριτήριο και για τις δύο αποφάσεις χρησιμοποιείται το επιχείρημα ότι «δεν βγαίνει» ο εργοδότης. Ενα επιχείρημα που πάντα επικαλείται η εργοδοσία για να προχωρήσει σε μέτρα που στοχεύουν στα δικαιώματα των εργαζομένων. Αναγνωρίζεται δηλαδή και στο σκεπτικό των αποφάσεων ως κριτήριο το αν το ένα ή το άλλο εργατικό δικαίωμα συμβαδίζει ή όχι με την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων.
Οι απλήρωτοι λοιπόν εργαζόμενοι καλούνται από το αστικό κράτος και τους θεσμούς του να συνεχίσουν να δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται!
Οι ευθύνες και η υποκρισία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είναι τεράστιες. Στελέχη της εμφανίζονται να βγαίνουν «στα κάγκελα» για αποφάσεις των δικαστηρίων, την ίδια ώρα που κατ' απαίτηση του μεγάλου κεφαλαίου διατηρούν στο ακέραιο και ενισχύουν παραπέρα το αντεργατικό νομοθετικό οπλοστάσιο, πάνω στο οποίο πατάνε αυτές οι αποφάσεις, όπως έκαναν π.χ. με την ψήφιση της «απελευθέρωσης» των ομαδικών απολύσεων, με το παραπέρα «ξήλωμα» της κυριακάτικης αργίας, τις νέες «διευκολύνσεις» στη δράση των δουλεμπορικών γραφείων κ.ά. Ενώ βεβαίως έχουν στα χαρτιά τους για το άμεσο μέλλον, αφού είναι στα «προαπαιτούμενα» που έχουν προψηφίσει, την επίθεση στο δικαίωμα της απεργίας.
Ο Αλ. Τσίπρας μάλιστα, κατά την επίσκεψή του την Τρίτη στο υπουργείο Εργασίας, ενώ εμφανίστηκε να δηλώνει (...σαν να μην είναι κυβέρνηση) ότι«το θεσμικό πλαίσιο δεν βοηθάει» τους χιλιάδες εργαζόμενους που μένουν απλήρωτοι από την εργοδοσία, όχι μόνο δεν εξήγγειλε την παραμικρή αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο που κρατά τους εργαζόμενους σε ομηρία, αλλά ουσιαστικά απάλλαξε την εργοδοσία από τις ευθύνες και υποχρεώσεις της, εξαγγέλλοντας προγράμματα «οικονομικής ενίσχυσης των εργαζομένων», «επανεκπαίδευσης με νέες γνώσεις και ικανότητες» για άλλες ειδικότητες εργασίας, αυτοαπασχόλησης και «κοινωνικής οικονομίας»...
Η ουσία είναι ότι ενόψει της υλοποίησης των στόχων για την ανάκαμψη, το αστικό κράτος και οι θεσμοί του, για λογαριασμό του κεφαλαίου και των κερδών του, δείχνουν τα «δόντια» τους στους εργαζόμενους και τους υποδεικνύουν ότι πρέπει να συνεχίσουν να υπομένουν τα πάντα, όπως έκαναν και την περίοδο της κρίσης. Για να το πετύχουν αυτό έχουν στη «φαρέτρα» τους όλο το αντεργατικό νομοθετικό οπλοστάσιο που έχει διαμορφωθεί όλα αυτά τα χρόνια. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να οργανώσουν την πάλη τους για να «ξηλωθεί» όλο αυτό το αντεργατικό πλαίσιο, και κυρίως για να φύγει από τη μέση το κριτήριο που ανάγουν και οι δύο αποφάσεις ως θέσφατο, δηλαδή το κριτήριο του καπιταλιστικού κέρδους, που λειτουργεί σήμερα ως το μέτρο κάθε δικαιώματος, κάθε διεκδίκησής τους.

Σφοδρή επίθεση εναντίον της εφημερίδας «Αυγή» εξαπολύει ο «Ριζοσπάστης» με άρθρο που δημοσιεύτηκε στην στήλη «Αποκαλυπτικά» στο φύλλο της Παρασκευής 30/06.
«Εκτός λοιπόν από το δικαίωμα στην απεργία, το λιβελογράφημα της «Αυγής» θέλει να πετάξει στα σκουπίδια και την ταξική αλληλεγγύη, δηλαδή την έμπρακτη έκφραση της συμπαράστασης στους απεργούς ενός κλάδου από τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα που πλήττονται από την ίδια αντιλαϊκή πολιτική, που συνθλίβονται από τον ίδιο αντίπαλο, τα μονοπώλια και το κράτος τους», είναι ένα από τα αποσπάσματα του άρθρου στον «Ριζοσπάστη» που επιτίθεται στην «Αυγή», με αφορμή άρθρο συντάκτη της για την απεργία των εργαζομένων στην καθαριότητα των Δήμων.
Το άρθρο που υπογράφεται από τον Δ.Π. έχει αναλυτικότερα ως εξής :
Ως «έσχατο μέσο» χαρακτηρίζει την απεργία η κυβερνητική εφημερίδα «Αυγή» σε άρθρο (28/6) με το οποίο επιτίθεται αισχρά στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων της Τοπικής Διοίκησης. Ο συντάκτης του κειμένου αναπαράγει και ενισχύει ό,τι πιο ελεεινό έχει γραφτεί και ακουστεί στις εφημερίδες και σε άλλα αστικά ΜΜΕ σε βάρος των εργατικών αγώνων, των διεκδικήσεων και ιδιαίτερα ενάντια στο δικαίωμα της απεργίας. Μέχρι τώρα είχαμε δει, όταν κινητοποιούνται οι αγρότες, τα φώτα να πέφτουν πάνω στους «αγανακτισμένους» μεταφορείς. Όταν απεργούν οι εργαζόμενοι των μεταφορών, στους «αγανακτισμένους» αγρότες. Κι όταν απεργούν οι ναυτεργάτες ή οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, στους «αγανακτισμένους» τουρίστες κ.ο.κ. Κάπως έτσι ξεδιπλώνεται πάντα η προσπάθεια ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού». Όλα αυτά, όμως, είναι ερασιτεχνισμοί για την «Αυγή», η οποία είπε να …ενώσει όλους τους «αγανακτισμένους» και να ξεμπερδεύει μια και καλή με τις απεργίες, που όπως λέει στηρίζονται «στην ομηρία των πολιτών»! Κάπως έτσι, καταλήγει να κατηγορεί για «ομηρία» της κοινωνίας, εκτός από τους εργαζόμενους των ΟΤΑ, τους αγρότες που «καταλαμβάνουν τους δρόμους και παραλύουν εμπορικά τη χώρα», τους εργαζόμενους στα λιμάνια, που με τις απεργίες τους προκαλούν τεράστιες ζημιές κ.λπ.
***
Συνεχίζοντας στο ίδιο μοτίβο, ο αρθρογράφος μιλάει για «ασυγχώρητες ευθύνες» του ΚΚΕ, που όπως λέει «έχει ισχυρές συνδικαλιστικές προσβάσεις στους κλάδους των εργαζομένων στους ΟΤΑ και στους αγρότες»… Και αποφαίνεται για το ΚΚΕ: «Δεν μπορεί να είσαι και με τους αγρότες απεργούς και με τους εργαζόμενους στα λιμάνια απεργούς, όταν ο ένας κλάδος τιμωρεί ελαφρά τη καρδία έναν άλλο και όλοι μαζί τη χώρα που ματώνει και αγωνίζεται να βγει από την ασφυξία της χρεοκοπίας» (!). Εκτός λοιπόν από το δικαίωμα στην απεργία, το λιβελογράφημα της «Αυγής» θέλει να πετάξει στα σκουπίδια και την ταξική αλληλεγγύη, δηλαδή την έμπρακτη έκφραση της συμπαράστασης στους απεργούς ενός κλάδου από τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα που πλήττονται από την ίδια αντιλαϊκή πολιτική, που συνθλίβονται από τον ίδιο αντίπαλο, τα μονοπώλια και το κράτος τους. Η «Αυγή» σκόπιμα παρουσιάζει όλους αυτούς να έχουν διαφορετικά και συγκρουόμενα συμφέροντα, για να υπονομεύσει την προοπτική κοινής πάλης και της συμμαχίας τους, να συκοφαντήσει την αλληλεγγύη και να παροτρύνει τον «κοινωνικό αυτοματισμό», κατατάσσοντας όποιον αγωνίζεται και διεκδικεί στους «εχθρούς» της οικονομίας και της ανάκαμψης. Ομολογεί εμμέσως εξάλλου ο αρθρογράφος ότι δεν γίνεται να είσαι και με την καπιταλιστική ανάπτυξη, και με τις δίκαιες εργατικές – λαϊκές διεκδικήσεις, αφού αυτές βλάπτουν τα «εθνικά συμφέροντα», όπως λέει το άρθρο, δηλαδή το συμφέρον της αστικής τάξης, με το οποίο ταυτίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας τη βρώμικη δουλειά για το κεφάλαιο.
***
Φτάνοντας στο διά ταύτα και για να κάνει τα πράγματα πιο σαφή, γράφει η «Αυγή»: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας». Για όποιον δεν το κατάλαβε, η εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ τρέχει ως «λαγός» μπροστά, ανοίγοντας το δρόμο και καλώντας ουσιαστικά σε αποφασιστική περιστολή του απεργιακού δικαιώματος. Αποδεικνύεται «βασιλικότερη του βασιλέως», καθώς προπαγανδίζει μέτρα πιο προωθημένα από αυτά που συμφωνήθηκαν στην πρόσφατη «αξιολόγηση» και αφορούν τη νομοθέτηση νέων εμποδίων στην προκήρυξη απεργιών από τα σωματεία. Είναι φανερό ότι όσοι έχουν πάρει εργολαβία την κατασυκοφάντηση των αγώνων και την προσπάθεια ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού», όπως η κυβέρνηση και οι εφημερίδες της, συμπληρωματικά σε «ναυαρχίδες» της αστικής προπαγάνδας, το πάνε πολύ πιο μακριά. Το πρόβλημά τους δεν είναι η ρύπανση, ούτε η δημόσια υγεία, για την οποία κόπτονται δήθεν, αφού η πολιτική που υπερασπίζονται και υλοποιούν είναι υπεύθυνη για την επιβάρυνση και σε αυτούς τους τομείς, για τη συνολική υποβάθμιση της ζωής της εργατικής – λαϊκής οικογένειας.
***
Το πραγματικό τους πρόβλημα είναι το αίτημα των εργαζομένων για «μόνιμη και σταθερή δουλειά», την οποία η κυβέρνηση θεωρεί «εκτός τόπου και χρόνου», αφού το κεφάλαιο έχει ανάγκη από «μόνιμα» ευέλικτους και ανασφαλείς εργαζόμενους. Γι’ αυτό η «Αυγή» γράφει: «… Στους δήμους, όπου το καλοκαίρι διπλασιάζεται ο πληθυσμός τους και χρειάζονται για τέσσερις μήνες περισσότερα χέρια, τι θα κάνουν οι έκτακτοι τους υπόλοιπους οκτώ μήνες;». Δεν λέει βέβαια η «Αυγή» ότι οι υπηρεσίες αυτές είναι μόνιμα υποστελεχωμένες, ακόμα κι αν πάρουμε σαν κριτήριο τη στοιχειώδη λειτουργία τους και όχι τις σύγχρονες ανάγκες. Ότι η εντατικοποίηση πάει σύννεφο για μόνιμους και συμβασιούχους και ότι ακόμα και η «λύση» των πεντάμηνων που βρήκαν για τις «έκτακτες» ανάγκες, με την εκμετάλλευση των συμβασιούχων και τα απανωτά «ατυχήματα», δείχνει τη συνολικότερη αντίληψη και αυτής της κυβέρνησης για τα εργασιακά δικαιώματα και τις ανάγκες. Φτάνει μάλιστα στο σημείο η «Αυγή» να «αναρωτιέται» αν οι «φορολογούμενοι» αντέχουν να πληρώνουν τους εργαζόμενους στην Καθαριότητα, θεωρώντας δεδομένο ότι η ανταποδοτικότητα συνιστά «κανονικότητα», παρά τη σκληρή φορολογία που πληρώνει ούτως ή άλλως ο λαός. Και τα λέει αυτά η εφημερίδα μιας κυβέρνησης που φόρτωσε στο λαό δύο μνημόνια και δεκάδες αντιλαϊκούς εφαρμοστικούς νόμους, πρόσθετα σε όσα έκαναν οι προηγούμενοι.
***

Συμπερασματικά: Η επίθεση στους εργαζόμενους της Καθαριότητας είναι επίθεση που αφορά όλη την εργατική τάξη, τόσο για τις μορφές που επιλέγει για να προβάλει τις διεκδικήσεις της, όσο και για το ίδιο το περιεχόμενό τους. Γι’ αυτό, αθλιότητες σαν αυτές της «Αυγής», που καλούν σε απομόνωση των εργαζομένων που δίνουν δίκαιους αγώνες, πρέπει να επιστραφούν ως απαράδεκτες. Επιβεβαιώνοντας ότι ο κατήφορος δεν έχει τέλος και ότι η κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστεράς» μπορεί να κάνει ακριβώς ό,τι και οι προηγούμενες. Σε μια περίοδο που εργαζόμενοι διαφόρων κλάδων ετοιμάζονται για νέους απεργιακούς αγώνες, όπως στο Εμπόριο και στον Επισιτισμό – Τουρισμό, η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι δύναμη και ασπίδα απέναντι σε κάθε υπονόμευση και επίθεση και θα αποτελέσει στοιχείο αναμέτρησης με την κυβερνητική πολιτική.

Με αφορμή τις κινητοποιήσεις των συμβασιούχων στην καθαριότητα των δήμων, ένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, για να βάλει εμπόδια και να συκοφαντήσει τον αγώνα τους, ήταν ότι οι ίδιοι με τη στάση τους, δηλαδή επειδή απεργούν για μόνιμη και σταθερή δουλειά, ανοίγουν το δρόμο για την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των απορριμμάτων. Η προπαγάνδα της κυβέρνησης πήγαινε και ένα βήμα παραπέρα, καθώς στελέχη της διαβεβαίωναν και διαβεβαιώνουν ότι δεν θα ιδιωτικοποιηθεί ο συγκεκριμένος τομέας, εμφανίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ως «πολέμιο» τάχα των ιδιωτικών συμφερόντων στη διαχείριση των απορριμμάτων. Για άλλη μια φορά, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφάνισε την πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, προσφιλή τακτική του για να αποπροσανατολίσει και να εξαπατήσει το λαό. Ας απαντήσει η κυβέρνηση: Αφού εμφανίζεται να κόπτεται για το θέμα της ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των απορριμμάτων, γιατί δεν καταργεί το θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει ακριβώς την ιδιωτικοποίηση της συλλογής, της μεταφοράς, της απόθεσης των απορριμμάτων, συνολικά της λειτουργίας αυτού του τομέα; Κυβέρνηση είναι εδώ και δύο χρόνια, τι πιο απλό από το να φέρει ένα νόμο που να καταργεί όλους όσοι δίνουν τη δυνατότητα στους δήμους να παραχωρούν σε ιδιώτες αυτές τις υπηρεσίες;
* * *
Πρώτος και καλύτερος είναι ο νόμος του «Καλλικράτη», που μάλιστα πριν τις εκλογές του 2015 η κυβέρνηση έλεγε πως θα τον καταργήσει. Αυτός ο νόμος είναι που προβλέπει πως δήμοι και περιφέρειες μπορούν να προωθούν την ιδιωτικοποίηση σημαντικών λειτουργιών στη διαχείριση αποβλήτων - απορριμμάτων, όπως η διαχείριση μολυσματικών αποβλήτων, η εμπλοκή ιδιωτών στις καθημερινές εργασίες διάθεσης των απορριμμάτων, στη συντήρηση του αναγκαίου εξοπλισμού, στη μεταφορά ογκωδών αποβλήτων κλπ. Ηδη, ο «Καλλικράτης» και όσα προβλέπει έχουν οδηγήσει στο να πάρουν πολύ μεγάλη έκταση τέτοιες συμφωνίες. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 90% των εργασιών που γίνονται στη χωματερή της Φυλής, το κάνουν ιδιώτες που έχουν έρθει σε συμφωνία με δήμους και φορείς αρμόδιους για τη διαχείριση των απορριμμάτων, που έχουν συγκροτηθεί σε δήμους. Θα μπορούσε επίσης η κυβέρνηση να καταργήσει το νόμο που προβλέπει το «εργαλείο» των Συμπράξεων Δημοσίου - Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Εναν μηχανισμό στον οποίο συμμετέχουν, διαβαθμισμένα, όλοι οι κρίκοι του κρατικού μηχανισμού, όπως υπουργεία, περιφέρειες και δήμοι, με ΝΠΔΔ, αλλά κυρίως με Ανώνυμες Εταιρείες. Μάλιστα, αυτός ο νόμος είναι κύρωση οδηγίας της ΕΕ για τις ΣΔΙΤ και δίνει τη δυνατότητα να κάνουν συμφωνίες οι φορείς της Τοπικής Διοίκησης με ομίλους και για τον τομέα της διαχείρισης των απορριμμάτων.
* * *
Ακόμα, θα μπορούσε να καταργήσει το νόμο του 2011 που προβλέπει ότι «για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών συλλογής και μεταφοράς στερεών αποβλήτων και ανακυκλώσιμων υλικών, καθαριότητας κοινόχρηστων χώρων και δημοτικών κτιρίων, ακολουθείται η διαδικασία για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, που προβλέπεται στις διατάξεις του π.δ. 60/2007 (Α' 64), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 209 και 273 του ΚΔΚ (ν. 3463/2006). Με αιτιολογημένη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών, τεκμηριώνεται η αδυναμία εκτέλεσης συγκεκριμένων υπηρεσιών με ίδια μέσα του δήμου και καθορίζονται, ιδίως, το αντικείμενο των παρεχόμενων υπηρεσιών, η διάρκεια και η περιοχή, εντός της οποίας αυτές παρέχονται». Και αυτό αφορά στην ουσία ανάθεση έργου σε επιχειρηματικούς ομίλους... Η κυβέρνηση ούτε θέλει ούτε μπορεί να κάνει όλα τα παραπάνω, επειδή είναι υπέρ της ιδιωτικοποίησης, παρά τα όσα λέει. Αυτό δείχνουν έτσι κι αλλιώς οι αποφάσεις της για ιδιωτικοποιήσεις σε ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, υποδομές, όπως αεροδρόμια, λιμάνια κ.λπ., αλλά και οι δηλώσεις δικών της υπουργών που καλούν τους δήμους, να προχωρήσουν στη σύναψη ΣΔΙΤ με επιχειρηματίες για τα απορρίμματα. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού βασική αποστολή της είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου κόντρα στα συμφέροντα των εργαζομένων και του λαού.
***

Το ίδιο ισχύει και με τα Εργασιακά: Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση διαβεβαιώνει τους συμβασιούχους ότι είναι με το μέρος τους και ότι προσπαθεί προς το συμφέρον τους να βρει λύση, ξεκόβει κάθε συζήτηση για μόνιμη και σταθερή δουλειά και από την άλλη επικαλείται το Σύνταγμα και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες για να τους διατηρεί σε ομηρία. Θα μπορούσε όμως, αν πραγματικά ήθελε να υπηρετήσει το συμφέρον των εργαζομένων, να καταργήσει τους αντεργατικούς νόμους που προβλέπουν την «ευελιξία» σε όλες τις μορφές, ανάμεσα σ' αυτές και το αίσχος των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Πόσο μάλλον που οι υπηρεσίες καθαριότητας είναι υποστελεχωμένες, η εντατικοποίηση συμβασιούχων και μόνιμων «πάει σύννεφο». Επιπλέον, το έργο της καθαριότητας στους δήμους είναι πλημμελές (αν και αποτελεί βασική κοινωνική ανάγκη), παίρνοντας υπόψη ότι αυτό δεν αφορά μόνο την αποκομιδή και την απόθεση των απορριμμάτων, αλλά και τον καθαρισμό των πάρκων, των δρόμων και τα λοιπά. Αντί όμως η κυβέρνηση να καταργήσει τη νομοθεσία για την «ευελιξία», που απογειώθηκε ιδιαίτερα την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, τη θωρακίζει και ετοιμάζεται να την επεκτείνει και μετά το τυπικό τέλος του τρίτου μνημονίου, στο όνομα της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της μείωσης του λεγόμενου «κόστους εργασίας» που συνεπάγεται για το αστικό κράτος η σταδιακή υποχώρηση της μόνιμης και σταθερής δουλειάς, έναντι των ελαστικών μορφών απασχόλησης... Γι' αυτή της την πολιτική, άλλωστε, και για την ικανότητά της να την περνάει με αποφασιστικότητα στις πλάτες των εργαζομένων, αποσπά τα εύσημα από τις εργοδοτικές ενώσεις και τους συμμάχους της στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και ενώσεις.

MKRdezign

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget